Τεγεάτης

Επώνυμος ήρωας και ιδρυτής της Τεγέας. Ήταν γιος του Λυκάονα και σύζυγος της κόρης του Άτλαντα Μαίρας. Ως γιοι του αναφέρονται οι Σκέφρος, Χειμών, Κύδων, Aρχήδιος και Γόρτυς. Άγαλμά του υπήρχε στην αγορά της Τεγέας.
* * *
(I)
ο, ΝΑ, θηλ. Τεγεάτισσα Ν, θηλ. Τεγεᾱτις, -άτιδος, Α [Τεγέα]
ο κάτοικος τής Τεγέας ή αυτός που κατάγεται από την Τεγέα
αρχ.
(το θηλ. ως κύριο όν.) ἡ Τεγεᾱτις
(ενν. χώρα) η χώρα τών Τεγεατών.
————————
(II)
ὁ, θηλ. Τεγεᾱτις, -άτιδος, Α
(σε λογοπαίγνιο) αυτός που προέρχεται από τέγος, δηλαδή από πορνείο («Διογένης περὶ παιδὸς πεπορνευκότος ἐρωτηθεὶς πόθεν εἴη; Τεγεάτης, ἔφη», Διογ. Κυν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < τέγος, -εος «πορνείο» + κατάλ. -άτης (πρβλ. έργ-άτης)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Τεγεάτης — Τεγεά̱της , Τεγεάτης of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγεητέων — Τεγεάτης of masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγεᾶται — Τεγεάτης of masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγεῆται — Τεγεάτης of masc nom/voc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγεήτης — Τεγεάτης of masc nom sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγεάτας — Τεγεά̱τᾱς , Τεγεάτης of masc acc pl Τεγεά̱τᾱς , Τεγεάτης of masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγεήτας — Τεγεήτᾱς , Τεγεάτης of masc acc pl (ionic) Τεγεήτᾱς , Τεγεάτης of masc nom sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Tegeátes — TEGEÁTES, æ, Gr. Τεγεάτης, ου, (⇒ Tab. XIX.) einer von Lykaons Söhnen, von welchem die Stadt Tegea, in Arkadien, den Namen bekommen. Pausan. Arcad. c. 5. p. 458. Seine Gemahlinn war Mära, und seine Söhne Scephrus, Limon, Cidon, Archidius und… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • Τεγεάτις — άτιδος, ἡ, Α βλ. Τεγεάτης [Ι] …   Dictionary of Greek

  • τεγεατικός — ή, ό / τεγεατικός, ή, όν, ΝΑ, και ιων. τ. τεγεητικός Α [Τεγεάτης] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Τεγέα ή στους Τεγεάτες …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.